Το προσωνύμιο αυτό δεν ήταν σχήμα λόγου. Στα Δερβενάκια (1822), η ορμή του ήταν τέτοια που το χέρι του έπαθε αγκύλωση πάνω στη λαβή του σπαθιού. Χρειάστηκε η παρέμβαση γιατρού για να ανοίξει η παλάμη του μετά τη μάχη. Πολεμούσε πάντα στην πρώτη γραμμή (Βαλτέτσι, Δολιανά, Δερβενάκια) χωρίς ποτέ να διεκδικήσει αξιώματα ή πολιτική εξουσία, παρά μόνο την ελευθερία.
Το «Ευχαριστώ» του Κράτους | Μια Εθνική Ντροπή
Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, αντί να προσφέρει στον Νικηταρά τον σεβασμό που άρμοζε σε έναν ΉΡΩΑ, του πρόσφερε εξευτελισμό. Το 1839, με την ανυπόστατη κατηγορία της συνωμοσίας κατά του Όθωνα, ο ήρωας φυλακίζεται. Στο Παλαμήδι και την Αίγινα υφίσταται άγριους ξυλοδαρμούς και ψυχολογική τρομοκρατία. Τυφλώνεται σχεδόν ολοκληρωτικά και η υγεία του καταρρέει.
Όταν αποφυλακίζεται, πάμφτωχος και ανήμπορος, το κράτος του αρνείται τη σύνταξη. Αντί αυτού, του παραχωρεί επίσημα το «προνόμιο» να ζητιανεύει έξω από την εκκλησία της Ευαγγελίστριας στον Πειραιά κάθε Παρασκευή. Ο άνθρωπος που χάρισε τη γη στους Έλληνες, δεν είχε μια σπιθαμή δική του για να ζήσει. Το κράτος δεν διέλυσε μόνο τον ίδιο, αλλά και την οικογένειά του. Η κόρη του, μη αντέχοντας να βλέπει τον ένδοξο πατέρα της ως ζητιάνο, έχασε τα λογικά της.
Ακόμα και στον θάνατο (1849), η αδιαφορία συνεχίστηκε. Τάφηκε «στα βουβά» και ο τάφος του στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών αφέθηκε στην τύχη του, με αποτέλεσμα σήμερα να μην γνωρίζουμε καν πού βρίσκονται τα οστά του.
Το ελληνικό κράτος δεν "ξέχασε" τον Νικηταρά. Τον τιμώρησε. Τον τιμώρησε γιατί η δική του ανιδιοτέλεια αποτελούσε ζωντανή μομφή για τους «δανδήδες» της εξουσίας και τους πολιτικάντηδες που έχτιζαν καριέρες πάνω στα ερείπια. Το χέρι που κράτησε την Ελλάδα όρθια στα Δερβενάκια, υποχρεώθηκε από τους Έλληνες να μείνει απλωμένο για μια δεκάρα ελεημοσύνης. >
Η ιστορία του Νικηταρά είναι ο καθρέφτης μιας πολιτείας που ξέρει να στήνει ανδριάντες αφού πρώτα έχει εξοντώσει τους ανθρώπους. Το "ευχαριστώ" του 1843 ήταν μια άδεια επαιτείας· μια σφραγίδα ντροπής σε ένα χαρτί που έλεγε: «Σε ευχαριστούμε που μας ελευθέρωσες, τώρα πεινάσε σιωπηλά».
Επιστολή - κόλαφος, γραμμένη με τη γλώσσα και την οργή ενός συναγωνιστή του Νικηταρά, που βλέπει τον Καπετάνιο του να σβήνει στον Πειραιά.
Επιστολή Προς τους «Εν Αθήναις» Κυβερνώντες (1843)
Προς τους Εξοχότατους Γραμματείς και τους Δανδήδες της Βασιλικής Αυλής,
Σας γράφω με το χέρι να τρέμει, όχι από τα γηρατειά, αλλά από τη λύσσα που πνίγει την καρδιά κάθε ανθρώπου που κράτησε καριοφίλι για να κάθεστε εσείς σήμερα σε βελούδινες πολυθρόνες. Πέρασα προχθές από τον Πειραιά, έξω από την Ευαγγελίστρια. Και τι είδαν τα μάτια μου; Είδαν την Ελλάδα να ζητιανεύει. Γιατί ο άνθρωπος που καθόταν εκεί με το χέρι απλωμένο, δεν ήταν ο Νικήτας ο Σταματελόπουλος. Ήταν η ίδια η Ελευθερία που την καταντήσατε ζητιάνα. Ντραπήκατε καθόλου;
Εσείς, που μετράτε τα γρόσια με το διαβήτη και συντάσσετε νόμους για το πώς θα μοιράσετε τις θέσεις, δώσατε «άδεια επαιτείας» στον Τουρκοφάγο; Στον άνθρωπο που στα Δερβενάκια δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το σπαθί από την παλάμη του, γιατί είχε γίνει ένα με το αίμα του εχθρού;
Τότε, τον παρακαλούσατε να σας σώσει. Τότε, η ανδρεία του ήταν η ασπίδα σας. Τώρα που τα σαλόνια σας μοσχοβολούν Ευρώπη, η παρουσία του σας λερώνει την αισθητική; Σας χαλάει το «λούστρο» η θέα ενός μισοτυφλωμένου ήρωα που δεν ξέρει να υποκλίνεται στα παλάτια, παρά μόνο στον Θεό;
Όταν εμείς τρώγαμε ρίζες και σφαίρες, εσείς φτιάχνατε καριέρες. Του αρνηθήκατε τη σύνταξη γιατί είναι «αγράμματος». Μα ο Νικηταράς έγραψε την ιστορία αυτού του τόπου με το σπαθί του, ενώ εσείς την προδίδετε με την πένα σας. Του κλείσατε το παιδί στο τρελοκομείο από την πείνα και την πίκρα, κι εσείς κοιμάστε ήσυχοι σε σεντόνια μεταξωτά.
Αυτή η Παρασκευή, που ο Καπετάνιος μας απλώνει το χέρι στον διαβάτη, είναι η Παρασκευή της δικής σας αιώνιας καταδίκης. Κάθε δεκάρα που πέφτει στο δίσκο του, είναι μια φτυσιά στο πρόσωπο της Πολιτείας σας. Η Ιστορία δεν θα θυμάται τα διατάγματά σας. Θα θυμάται όμως πως τον μεγαλύτερο πολεμιστή της, τον κάνατε ζητιάνο για να μην σας θυμίζει πόσο μικροί είστε μπροστά του. Με την οργή ενός στρατιώτη - συναγωνιστή που δεν ξέχασε.
Ένας Συναγωνιστής του 1821



ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΚΟΠΕΛΟ
ΣΚΟΠΕΛΟΣ
ΣΚΟΠΕΛΟΣ
ΓΛΩΣΣΑ ΣΚΟΠΕΛΟΥ
ΣΧΟΛΙΑ