«Καὶ ἰδοὺ ζῶμεν» ( Β΄Κορ. 6, 9) ( Κάποιες σκέψεις γύρω ἀπὸ τὴν ἐκλογὴ τοῦ Ἁγίου Σκοπέλου π. Νικοδήμου Εὐσταθίου)
Στὶς 6 Ὀκτωβρίου τοῦ 1842 ἄφησε τὴν ὕστατη πνόή του στὴν πατρίδα του τὴ Σκόπελο ὁ ἔσχατος ποιμενάρχης τῆς ἀπὸ ἀιώνων διατελούσης Ἐπισκοπῆς Σκιάθου καὶ Σκοπέλου Εὐγένιος Οἰκονόμου. Μὲ τὴν κοίμησή του δέ ἔπαυσε νὰ διατηρεῖται κι ὁ τίτλος τῆς πάλαι ποτὲ μικρᾶς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐπαρχίας. Ἔτσι, γιὰ 181 ἔτη σιωπηλῶς καὶ ἐν μνήμῃ ἀενάῳ διεσώζετο ὁ τίτλος αὐτός, ἀφοῦ ἀντιστοίχως ὑπῆρχε καὶ ἡ ἄλλη Ἐπισκοπὴ Σκοπέλου, ποὺ ἀνήκει στὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο καὶ ὑπάρχει, ψιλῷ τῷ τίτλῳ, στὴν Ἀνατολικὴ Θράκη, στὴν περιοχὴ τῶν Σαράντα Ἐκκλησιῶν
Ὅμως, παραχωρήσει θείᾳ καὶ εὐλογία ἁγιοτικῇ ἡ Ι. Σύνοδος τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας μας, τῇ προτάσει τοῦ καλοῦ ποιμένος καὶ Ἀρχιεπισκόπου Χαλκίδος κ. Χρυσοστόμου τοῦ Β΄ἣ ἱστορία, τῆς ἀπὸ τὸ 1842 προσαρημένης εἰς τὴν ἐγγύτερη Ἀρχιεπισκοπή, ἐκείνη τῆς Χαλκίδος, Ἐκκλησιαστικὴ Ἐπαρχία τῆς Σκοπέλου ἐμφανίζει καὶ τὸν ἑπόμενο κρίκο τῆς Ἀποστολίκῆς της διαδοχῆς στὸ πρόσωπο τοῦ παγκάλου Ἁγίου Πρωτοσυγκέλλου τῆς θεοσώστου Μητροπόλεώς μας καὶ Μητρὸς Ἐκκλησίας τὸν ἐκ τοῦ χωρίου Ροβιαῖς τῆς Εὐβοίας π. Νικοδήμου Εὐσταθίου. Ἑνὸς ἐντίμου, μὲ φιαδελφίαν κοσμούμενος καὶ μὲ σπάνια ἀρχοντιά, ποὺ συγκινεῖ καὶ φωτίζει.
Εἶναι, λοιπόν μεγίστη τιμὴ γιὰ τὴ Σκόπελο, τὴν ἁγιοτόκο Σκόπελο, νὰ ἔχει συνέχεια στὴν ἐκκλησιαστική της ἱστορία καὶ νὰ κοσμεῖται μὲ πρόσωπο ἱεροπρεπές, «λάμπον, ἀστράτον, ἡγιασμένον», ὅπως εἶναι τὸ πρόσωπον τοῦ Ἐψηφισμένου Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Σκοπέλου π. Νικοδήμου.
Η Χάρις καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Ἁγίου Ρηγίνου-τοῦ καὶ προκατόχου του-ἀλλὰ καὶ ἡ εὐχὴ ὅλων ὅσν διήκόνησαν τὴν Ἐπισκοπὴ Σκιάθου καὶ Σκοπέλου, σκέπη, βοήθεια καὶ συναντίληψις νὰ εἶναι στὸν νέο Ἐπισκοπό μας.
Ἡ φωτ. προέρχεται ἀπὸ τὸν Κώδικα τῆς Μητροπόλεως Λαρίσσης καὶ παρουσιαζει τὸ Ὑπόμνημα Ἐκλογῆς τοῦ Σκιάθου καὶ Σκοπέλου Διονυσίου, τέκνου γνησίου τῆς Σκοπέλου)
π.κ. ν κ
