Λυρικὸ ὁδοιπορικὸ τῆς Μ. Ἐβδομάδος | Του πατρός Κων/νου Καλλιανού
Ὅταν φτάσεις σὲ μιὰν ἡλικία ὅπου τὰ χρόνια ποὺ σοῦ περισσεύουν ὅλο καὶ λιγοστεύουν, τότε εἶναι φυσικὸ νὰ ψαύεις, μὲ ἐργαλεῖο ἀλάνθαστο τὴ Μνήμη καὶ τὴν Ἐμπιστοσύνη στὸ λόγο τῆς Μάνας-Ἐκκλησίας, τὸ εἰδικὸ βάρος ποὺ ἄρει ἠ κάθε μέρα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, γιατὶ μονάχα ἔτσι μπορεῖς νὰ βρεῖς τὸν ἰσὀρροπο δρόμο σου, τὴν αὐθεντική σου ὑπόσταση, τὶς δικές σου ἀνόθευτες ρίζες.
Ἐπιχειρώντας, λοιπόν, μιὰ βιωμένη - καὶ μὲ λυρικὴ διάθεση κοιταγμένη - προσέγγιση τῆς Μεγάλης Ἐβδομάδας, ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν σκανδαλίζω μὲ τὸν τίτλο τοῦ κειμένου μου, γιατὶ πρωτίστως ἔχω κατὰ νοῦ τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα ὑμνογραφήματα, ἔργα ἐξάπανος χειρῶν ἁγίων, τὰ ὀποιῖα ἀπό μόνα τους συνθέτουν αὐτὸ τὸ λυρικὸ ὁδοιπορικὸ μέσα στὴ Μεγαλοβδομάδα. Τὰ ὐπόλοιπα, καὶ τὰ πλέον εὐτελῆ, εἶναι ἐργόχειρο τοῦ ὑπογραφέως...
Ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων τὸ ἀπόβραδο λοιπόν, καθὼς μὲ ἀργοὺς καὶ σιωπηλοὺς βηματισμοὺς εἰσοδεύει ἠ Μεγάλη Ἑβδομάδα, μιὰ θεοπρεπὴς κατάνυξη ντυμένη μὲ χρώματα τῆς ἄνοιξης διαχέεται παντοῦ.
Χαμηλωμένα φῶτα στὶς ἐκκλησιές, λιτανεία μὲ κεριὰ τῆς εἰκόνας τοῦ Νυμφίου καὶ τὸ τροπάριο ποὺ συγκλονίζει: «Τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου τὰς ἀπαρχὰς ἠ παροῦσα ἠμέρα λαμπροφορεῖ...»Ἀλήθεια, πῶς; Μέσα στὸ μισοσβυσμένο ἀπό φῶς ἀπόβραδο, μὲ τὶς γύρω μας πολλὲς σκιὲς, τὶς εὐωδιὲς ποὺ ἀφήνει ἠ ἄνοιξη, πῶς λαμπροφορεῖ, στ’ ἀλήθεια, ἡ ἠμέρα αὐτή ; Ὅσο γιὰ τὴν ἀναζήτηση τῆς ἀπάντησης, θὰ τὴ βρεῖ κανεὶς ἄν ψάξει ἐπιμελῶς καὶ μὲ πίστη σταθερὴ τὰ τροπάρια ποὺ λέγονται στὴ συνέχεια, στὶς ἄλλες μέρες. «Τὸν Νυμφίον ἀδελφοὶ ἀγαπήσωμεν, τὰς λαμπαδας ἐαυτῶν εὐπρεπίσωμεν...» ἤ παρακάτω, σὲ ἄλλο τροπάριο «Ὁ Νυμφίος ὀ ὠραῖος κάλει παρὰ πάντας ἀνθρώπους, τὴν δυσείμονά μου ψυχὴν ἀπαμφίασον...». Πῶς λοιπόν νὰ μὴ λαμπροφορεῖ ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Νυμφίου ποὺ δὲν ἔρχεται μὲ τὴν ἐπισημότητα τῶν ἀρχόντων καί ἐπισήμων τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλ᾿ ἔρχεται «τοῦ παθεῖν ἀγαθότητι», γιατὶ, «οὗτος τὰς ἀμαρτίας φέρει καὶ ὑπὲρ ἠμῶν ὁδυνᾶται’» ( Ἠσ 53, 4-5. )
Ὅμως ἠ κορύφωση τοπυ Μεγλοβδομαδιάτικου μεγαλείου διαφαίνεται τὴ Μ. Πέμπτη τὸ βραδυ μὲ τὴν ἱ. Ἀκολουθία τῶν Παθῶν, ὅπου το, «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου» τὸ διαδέχετααι τὸ φορτισμένο μὲ ἄφατη συγκίνηση καὶ κατανυξη Δοξαστικὸ τῶν Αἴνων, ἐκείνο δηλαδή, τὸ ποητικώταο «Ἐξεδυσά με…», γιὰ νὰ φτάσουμε στὸν σπαραγμὸ τῆς Παναγιᾶς μας, καθὼς βλέπει στὸ Σταυρὸ τὸν Κύριο «μὴ ἔχων εἶδος καὶ κάλλος » ( ἠσ. 53, 2) καὶ κραυγάζει μὲ γνησιο μητρικὸ σπαραγμό τό, « Υἱέ μου, ποῦ τό κάλλος ἔδυ τῆς μορφῆς σου; Οὐ φέρω καθορᾶν σε ἀδίκως σταυρούμενον· σπεῦσον οὖν ἀνάστηθι…»
Μὲ ἀθανατες εἰκόνες, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία μας κι ἐφέτος θὰ μᾶς σεργιανίσει σὲ μονοπάτια θεοβάδιστα καὶ μὲ βιωματικὸ τρόπο στολισμένα. Κι αὐτὸ ἐπαναλαμβανεται κάθε χρόνο, γιὰ ὅσους ἐπιθυμοῦν νὰ προγευτοῦν τὴν σωτήριο Ἀνασταση, ποὺ καταλύει τὴν κάθε ἀμφιβολία, δυσπιστία καὶ χλευασμό. Ὅπως τότε, ποὺ προέλεγε τὰ ὅσα Ἐκεῖνος ὑπόφερε, γιὰ νὰ γιορταζουμε ἐμεῖς: Τὸ ἀθανατο Μυστήριο τῆς ταπεινώσεώς Του ἀπὸ τὸ φτωχὸ τὸ σπήλαιο μέχρι τὸ μνημεῖο ὅπου ἐτέθη, χωρὶς νὰ τοῦ ἀνήκει κἄν-σύμωνα μὲ τὰ ἀνθρώπινα δεδομένα-κι ἄς τὰ εἶχε δημιουργήσει. «Πάντα δι αὐτοῦ ἐγενετο…( Ἰω. 1, 3)
.jpg)