Ξαναζώντας παλιὲς ἀποκριάτικες μέρες στὸ Παλιὸ τὸ Κλῆμα

Ξαναζώντας παλιὲς ἀποκριάτικες μέρες στὸ Παλιὸ τὸ Κλῆμα



Ἀναγκαῖες ἐπιστροφές… ἤ, Ξαναζώντας παλιὲς ἀποκριάτικες μέρες στὸ Παλιὸ τὸ Κλῆμα

Στὸν Παναγιώτη, στὸν Σταθη καὶ τὸν Γιάννη,  συντροφιὰ ἑόρτιο.


Ὅσοι ἀκόμα ἐπιμένουμε νὰ ἀποστασιοποιηθοῦμε ἀπὸ τὸ ζοφερὸ τῶν ἡμερῶν κλίμα, ποὺ ὁδηγεῖ τὴν ψυχὴ κι ὅλο τὸ εἶναι σὲ τοπία ἀπόγνωσης καὶ καχεκτικῆς-γκρίζας ἀτμόσφαιρας συνθῆκες, ὅσοι, λοιπόν, ἐπιθυμοῦμε νὰ  μὴ λησμονοῦμε ἐπιστέφουμε-μέρες ποὺ εἶναι-γιὰ ζήσουμε μυστικά, ἀθόρυβα, ὡστόσο πιὸ ἀνθρώπινα ἀπὸ τὰ σημερινά, ὧρες στολισμένες μὲ ἀναμνήσεις ἀρυτίδωτες. Γιατί, μόνο ἡ ἀναμνηση, ἡ ἀληθινὴ ἀνάμνηση κι ὄχι ἡ ψιλὴ ἀναπλαση ἤ ἀναπόληση πραγματων, προσώπων καὶ καταστάσεων, παραμένει ἀνακάλυψη παρουσίας καὶ μετοχῆς. 

Μπορεῖ μέσα ἀπὸ τὶς φωτογραφίες ν’ἀντικρύζεις πρόσωπα καὶ χώρους, ποὺ τοὺς ἔχει κρυσταλλώσει ὁ Χρόνος, ὡστόσο κι αὐτή, ἡ ἁπλῆ ἀσπρόμαυρη καὶ χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἐπεξεργασία  φωτογραφία, μᾶς χαρίζει τὸ μέγα προνόμιο τῆς ἐπιστροφῆς, σὲ μέρες καὶ καιροὺς ἑόρτιους. Τότε, δηλαδή, ποὺ τὸ χωριό μας γιόρταζε με ἀνόθευτη εὐφροσύνη τὴν Ἀποκριά. Γιατὶ ἡ εὐθυμία καὶ τὸ κέφι ἦταν γνήσια, πηγαῖα καὶ καμμιὰ κακὴ  ἀντιγραφὴ δὲν τὰ πασπαλιζε ἀπό τηλεοπτικὰ ἤ ἄλλα μέσα, ποὺ κονσρερβοκοποιοῦν ἀκόμα καὶ τὴν ἴδια τὴν εὐθυμία. Καὶ τ’ἀποκριατικα τὰ τραγούδια,  κι αὐτὰ ἦταν πηγαῖα, χωρὶς καμμιὰ ἀναπετάδοση ἀπὸ δίσκους , μαγνητοταινίες κ.λ.π. Τραγούδια ποὺ συνόδευαν τὸ χορό. Χορὸ παμπάλαιο, πειθαρχημένο. Κι ἄς ηταν τὰ Τραγούδια  ποτε τὰ «καλά,» ἀλλὰ καὶ ἐνδιαμεσα τὰ  «πιρπάσ’κα». Μιὰ πρωτόγονη ψυχοθεραπεία χυνονταν στὸ εἶναι τους, εὐωδιασμένη ἀπό τὴ ματζουράν ἤ τὸ γαρύφαλλο ποὺ στόλιζε τὸ αὐτί κι ἀρωματιζε τὸ κάθε γιομᾶτο κρασοπότηρο, ποὺ δαψιλῶς προσφέρονταν

Ἀγναντεέυεις μετὰ ἀπὸ μισὸ αἰῶνα καὶ παραπανω, αὐτὴν τὴν ἱστορικὴ φωτογραφία ποὺ εὐγενῶς μοῦ παραχώρησε ἀπὸ τὸ ἰδιωτικό της ἄχραντο καὶ περιούσιο κειμηλιαρχεῖο της ἡ Μάγδα Ἰω. Δένδη ἠ καἰ ὁμοζυγος τοῦ Κληματιανοῦ δασκάλου Γιάννη Ϋδραίου, τοὺς ὁποίους καὶ εὐχαριστῶ. Τὴν εἶδα ὡσὰν μιὰ φωτεινὴ ρωγμὴ μέσα σ’ἕνα σκοτεινὸ καὶ ὑγρὸ δωματιο, μιὰ φωτεινὴ ἡλόλουστη ἀχτίδα ἐλπίδας ὅτι ἔχουμε νὰ θυμόμαστε πολλὰ καὶ χρήσιμα. Κι ὅλα ζωγραφισμένα μὲ χρώματα αἰσιοδοξίας καὶ πνοῆς, ποὺ εὐωδιάζει ματζουράνα, γαρύφαλλο καὶ φρεσκοκομμμένα «δακράκυα».   

«Βγαλμένη»ἡ φωτογραφία μπροστὰ στὸ μαγαζὶ τοῦ μακαρίτη μπάρμᾶ Κωστῆ Μπερδάνη, σ’ἐκείνη τὴν ἱστορικὴ πλατεία, ποὺ φιλοξένησε γάμους, γλέντια καὶ τέτοιες γιορταστικὲς μέρες: Μέρες τῆς παλιᾶς Κληματιανῆς Ἀποκριᾶς. Ποὺ μπορεῖ νὰ μὴν ξαναγυρίζει. ὡστόσο εἶναι ζυμωμένη μὲ τὶς πιὸ ἄχραντες μνῆμες μας καὶ θὰ μᾶς συντροφεέυει ἴσαμε νὰ κλείσουμε τὰ μάτια μας καὶ νὰ παρουμε μαζί μας εἰκόνες, πρόσωπα, συπεριφορὲς καὶ ἀθάνατες γιορταστικὲς στιγμὲς ποὺ ἔζησε τὸ χωριό μας. Τὸ ἔρημο σήμερα χωριό μας, στὸ ὁποῖο-μέρες ποὺ εἶναι-τὸ σεργιανοῦν οἱ ἄχραντες σκιὲς τῶν προγόνων μας… Καὶ τοῦ χρόνου 

π. κ. ν. κ. 


ΧΟΡΗΓΟΣ

Χορηγός
-->