Τ’ Ἁηβασ’λιοῦ, λοιπόν… ( Πρωτοχρονιάτικες Μνῆμες ἀπὸ τὸ Κλήμα)
Σὲ λίγο θὰ μᾶς ἀφήσει ὁ τρυφερὀς, γιορταστικὸς καὶ πολυαγαπητός μας μήνας Δεκέμβριος, ποὺ θὰ πάρει μαζί τους ὅλες τὶς καλὲς καὶ ἄσχημες στιγμὲς τοῦ σωτηρίου ἔτους 2020 καὶ θ’ἀναχωρήσει γιὰ τὰ δικά του τὰ μοναχικὰ τὰ διαμερίσματα. Ἀφήνοντας μονάχα πίσω τους ποικίλες ἀναταύγειες ἀπ’ὅσα ζήσαμε καὶ προλάβαμε νὰ γευτοῦμε: Νὰ γευτοῦμε μέρες καὶ στιγμὲς φαρμακωμένες καὶ σκυθρωπές, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ὡστόσο δραπέτευαν, κάπου-κάπου, καὶ οἱ εἰρηνικές, οἱ ὅμορφες καὶ χαριτωμένες μέρες καὶ ὧρες. Ὅλες τους νοικοκυρεμένες, φροντισμένες καὶ πασπαίσμένες μὲ ἄψογη τρυφερότητα, νὰ μᾶς προσεγγιζουν. Νὰ μᾶς χαρίζουν , δηλαδή, στιγμὲς γιορταστικῆς παραμυθίας, δίχως νὰ χρεώνουν τίποτε, μήτε καὶ νὰ ζητοῦν τίποτε τὸ παραπανίσιο. Ἁπλῶς χαρίζουν τὸ μυστικό τους ρεμβασμό, γιὰ νὰ ἀπαλύνει τὶς ὅποιες πληγές μας.
Κι ἡ μνήμη, λοιπόν, τέτοια χρονιάρα μέρα ἔρχεται - ἀφοῦ εἶναι πάντα ἀκριβὴς στὸ ραντεβοῦ της- νὰ μᾶς φέρει σιμὰ σὲ στιγμὲς λησμονημένες… Ὅπως ἦταν ἡ ἑτοιμασία τῆς κουλούρας τῆς ἁγιοβασιλιάτικης. Τῆς κουλούρας ποὺ ἑτοιμαζόνταν γιὰ τὸ σπίτι, γιὰ τὰ παιδιά, γιὰ τὰ ἀναδεξιμιά, ἀλλὰ καὶ τὰ ζῶα ἀκόμη. Νὰ μὴν παραλέιψω δὲ νὰ θυμίσω ὅτι ἑτοιμάζονταν κὰι ἡ κουλούρα γιὰ τοὺς ἁγίους, ποὺ ἔμπαινε στὸ εἰκονοστάσι. Μάλιστα, ἐτοιμαζονταν καὶ κουλούρα γιὰ τὸν κάθε ξενητεμένο… Καὶ θυμᾶμαι μὲ συγκίνηση αὐτὸ ποὺ ἔγραφε σὲ ἐπιστολή του στὰ 1870, μετὰ τοὺ Ἁγίου Βασιλέιου, ὁ Ἀλέξανδρος Βαλσαμάκης στὸ γιό του Φίλιππο, ποὺ ἦταν σπουδαστής «Σοῦ ἐσωκλείωμεν καὶ τὰ παξιμαδια ἀπὸ τὸν Βασιλοκουλουρα σου…». Ὅμορφες στιγμές, νοσταλγικές καὶ χαρισματικές, γιατὶ εἶχαν ἕνα χαρακτήρα ἀρχοντιᾶς, ποὺ τὴν ἀκολουθῦσε ἤ τὴν χάριζε ἡ ἁπλότητα καὶ ἡ γνησιότητα ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων.
Γιατὶ μι’ἄλλη σκηνή, ἀλησμόνητη κι αὐτή, ἦταν ἐκείνη, γύρω στὸ ἀπομεσήμερο τῆς Παραμονῆς, ποὺ οἱ νύφες βάζανε μέσα σὲ «ξομπλιαστοὺς»μαχαρμάδες τὶς κουλοῦρες καὶ καλοντυμένες καθὼς ἦταν, τὶς πήγαιναν στὶς πεθερὲς γιὰ τὴ καλὴ χρονιά. Καὶ στὸ χέρι κρατοῦσαν τὸ μικρὸ τὸ καλαθάκι, τὸ ὁμοφοπλεγμένο, μὲ τὰ γλυκὰ μέσα ἤ καὶ τὸ δῶρο. Κι ἀπάνω ἀπὸ τὸ καλάθακι φρεσκοσιδερωμένο φάνταζε τὸ κεντητὸ τὸ πετσετάκι:δεῖγμα κι αὐτὸ νοικοκυρωσύνης καὶ «πριδιοσύνης».
Ὅμως μιὰ ἄλλη εἰκόνα, ποὺ δὲ φεύγει ἀπὸ τὸ νοῦ αὐτὲς τὶς μέρες, εἶναι ἐκείνη, ποὺ φέρνει στὸ νοῦ τὸ μικρὸ ἐργαστήριο τῆς ζαχαροπλαστικῆς τοῦ συγχωρεμένου τοῦ μπάρμπα Τρύφωνα, μὲ τὰ ἀμίμητα γλυκίσματα, τὰ ὁποῖα πάιρναμε στὸ χωριὰ ἀπὸ τὴ Γλώσσα, γιὰ τὰ πᾶμε στὰ συμπεθέρια. Μὲ γλυκύτατη συγκίνηση θυμᾶμαι ἐκεῖνα τὰ μοσχομυριστὰ κανταΐφια καὶ τοὺς εὐωδιαστοὺς τοὺς μπακλαβαδες, πὼς τοὺς «ἔστρωνε»στὴ μικρὴ πιατέλα, τὴν ὁποία τοῦ φέρναμε ἀπὸ τὸ χωριό κ’ ὕστερα ἔβαζε τὸ περιτύλιγμα, ποὸ ἔδενε μὲ προσοχὴ ἡ θειὰ ἡ Χρυσάνθη Καὶ μετὰ νὰ πάρεις τὸ δρόμο ἀπὸ τὸ Μαχαλᾶ γιὰ τὸ χωριό, κρατώντας μὲ προσοχὴ τὸ ἀμιμητο γλύκισμα τοῦ μπαρμπα Τρύφωνα, γιὰ νὰ κεραστοῦνε ὅλοι τους - χρονιάρα μέρα ποὺ ξημέρωνε. Πόση ἁπλότητα καὶ μὲ πόσες εὐωδιὲς ἦταν στ’ ἀλήθεια στολισμένο ἐκεῖνο τὸ ταπεινὸ ἐργαστήριο τοῦ μπαρμπα –Τρύφωνα, ποὺ χώνευε μέσα στὸ δειλινὸ τὸ φῶς. Φῶς ποὺ κάποτε χαμήλωσε, ἀλλὰ δὲν ἔσβυσε…. Ὅπως ὅλες οἱ εἰκόνες ποὺ γιὰ δεκαετίες ζήσαμε στὸ παλιό μας τὸ χωριό…Το ξεχασμένο κι ἐρημικό σήμερα.
Παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ 2020 π. κ. ν. κ

Λάβετε μέρος στη συνομιλία