Ἀνάκληση ἱερὴ ἑόρτιων ἡμερῶν
Τέτοιες μέρες, ἑόρτιες καὶ φορτωμένες μνῆμες καὶ νοσταλγία ἡμέρες, ἀναγκαστικὰ ξαναγυρίζεις σ’ἐκεῖνο τὸ σπίτι ποὺ δὲν ὑπάρχει πιά. Ξαναγυρίζεις στὸ πανίερο ἐκεῖνο χωνευτήριο τῶν παιδικῶν σου χρόνων, γιὰ νὰ ξαναδεῖς πρόσωπα καὶ ν’ἀνασάνεις τὸν ἀγέρα ἐκεῖνο, τὸν μυρωμένο ἀπὸ τὸ ἄρωμα τοῦ ἀμυγδαλωτοῦ καὶ τοῦ ρακιοῦ, ποὺ στολιζαν τὴν παλιά, ξεχασμένη σήμερα «φρουτέρια», στὸ τραπέζι ἐκεῖνο ποὺ κοίταζε κατὰ τὴ Γλώσσα καὶ ἦταν ἂκουμπισμένο πάνω στὴν παλιὰ τὴν γκλαβανή.
Εἶχε φτάσει τοῦ Ἁγίου Νικολάου πιά. Τὸ σπίτι εἶχε γιορτή, γι’αὐτὸ καὶ εἶχε συγυριστεῖ καὶ στολιστεῖ. Ἁπλᾶ, ἀνεπίδευτα, ταπεινά. Ὅπως ἦταν τὰ πρόσωπα, ὄχι μονάχα ἐκείνων ποὺ ἔμεναν σ’αὐτὸ καὶ τιμοῦσαν τὸν Ἅγιο μὲ τὴ γιορτινή τους συμπεριφορά· ἀλλὰ καὶ τὰ πρόσωπα τῶν ἐπισκεπτῶν, ποὺ ἔρχονταν, κάπου σιμὰ στὸ ἀπομήμερο, λίγο πρὶν ν’ἁπλωθεῖ πάνω στὸ χωριὸ τὸ σκοτεινὸ σεντόνι τῆς νύχτας.
-Χρόνια πουλλά, νὰ τόνε χιρόσαστι! Οἱ λιτές εὐχές τῶν ἐπισκεπτῶν, μὲ τὶς ροζιασμένες παλάμες ν’ἀναταμώνουν καρδιακά, ἀμόλευτες ἀπὸ τυπικότητες καὶ «καλοὺς», μὰ χωρὶς καμμιὰ χάρη, τρόπους. Αὐτὰ θυμᾶσαι. Αὐτὰ διδάχτηκες, αὐτὰ χώνεψες. Γιατὶ τότε οἱ ἄνθρωποι εἶχαν σχεδὸν μηδαμινὸ κομπασμό, ἀφοῦ οἱ ἔγνοιες καὶ οἱ ἀπανωτοὶ καημοί, τοὺς μαθαιναν νὰ εἶναι λιγομίλητοι, νοικοκυραῖοι καὶ ταγμένοι στὴ δουλιὰ καὶ στὸ σπίτι τους. Ὄχι ὅτι δὲν ὑπῆρχαν οἱ ἐξαιρέσεις, ὅμως ὁ κανόνας ἦταν αὐτός: Νὰ μὴν καυχῶνται γιὰ τίποτες ἄλλο παρὰ μονάχα γιὰ τὴ δουλιά τους καὶ τὸ νοικοκύρεμα τοῦ σπιτιοῦ, τοῦ χτήματος, ἀκόμα καὶ τῶν ζωντανῶν ποὺ εἶχαν καὶ ἤξεραν, χωρὶς ὑπερβολή, πὼς ἦταν κομμάτια ἀπὸ τὴν οἰκογενειακή τους μερίδα.
Αὐτοὺς θυμᾶσαι πἀλι καὶ σήμερα, χρονιαρα μέρα ποὺ ξημέρωσε. Κι ἀντικρύζεις τὰ πρόσωπά τους νὰ χωνεύουν μέσα στὸ χαμηλωμένο φῶς τῆς μέρας. Μὲ τὸ ρυτιδιασμένο τους μέτωμο νὰ καθρεφτίζει τὴ γκριζόχρυση ἀνταύγεια τῆς φωτιᾶς ποὺ ἔκαιγε στὴν παραστιά. Αὐτοὺς θυμᾶσαι καὶ τοὺς μακαρίζεις, εὐχόμενος νἄναι ἀναπαμένοι στὴν πολύτιμη ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ
π. κ. ν. κ
