Τοῦ Δεκαπενταύγουστου οἱ πάντιμες ἀναπολήσεις

Τοῦ Δεκαπενταύγουστου οἱ πάντιμες ἀναπολήσεις

«Ἔχει μιὰ λύπη ἡ δέησή μας/ἀπὸ ἕναν παιδικὸ  καιρὸ/ποὺ ξανανθισε μιὰ τρυφερότητα νησιωτικης ἀκρογιαλιᾶς...» Ματθαῖος Μουντές

                         Στὸν Παναγιώτη τὸ Γιατρὸ ἑορτιο φίλεμα γιὰ τὰ ὀνομαστήριά Του

Χαράζει τῆς Παναγιᾶς ἡ μέρα. Δεκαπενταύγουστος. Μὲ δροσερὸ ἀεράκι καὶ μοσχοβολιὲς λιαστῶν ἀμύγδαλων, ποὺ στρωμμένα καρτεροῦν στὸ χαγιατι τὸ στεγνωμά τους, ὕστερα ἀπὸ  τὸ τίναγμα, τὸ κουβάλημα στὸ σπίτι καὶ τὸ ξεφλούδισμά τους. Μιὰ παράξενη μυρωδιὰ ἀπὸ ἐλαφριὰ ξυνίλα,  ἀνακατεμένη μὲ τὸ εὐωδιαστὸ ἄρωμα τοῦ βασιλικοῦ  καὶ τοῦ δροσεροῦ γαρύφαλου,  κυκλώνει τὸ σπίτι. Καὶ τὴ γειτονιά. Κι ἀπέναντι  τὸ πέλαγο,  ποὺ τὸ στολίζουν τὰ μικρὰ καὶ μὲ διαφορά σχήματα ζωγραφισμένα νησάκια  στέλνει κι ἐκεῖνο τὴν ἀνασεμιά του: τὸ ζείδωρο ἀεράκι ποὺ μοσχοβολάει φρέσκια θάλασσα.

Κάπου μακρυά, ἀπὸ τὸ ἀπέναντι χωριό, τή Γλώσσα - ποὺ πανηγυρίζει σήμερα - ἀκούγονται  νὰ σημαίνουν χαρμόσυνες οἱ ἑόρτιες καμπάνες. Μαζὶ μὲ τὸ πρῶτο ἡλίόφωτο κομματι ποὺ μᾶς φιλεύει ὁ Θεὸς τουτη τὴ χρονιάρα μέρα καὶ ἁπλώνεται τρυφερὰ πάνω στὰ λευκὰ τοῦ χωριοῦ μας τὰ σπίτια κι ὕστερα πασπαλίζει  μὲ φρέσκες ἡλιαχτίδες τὰ δέντρα κι ὁλακερη τὴ πλαγιὰ ποὺ ἀκουμπάει ὁ τόπος μας.  

Φρεσκοπλυμένες οἱ ροῦγες ἀνασαίνουν νοτισμένο χῶμα καὶ ἀσβεστη. Καὶ λιγο παραπέρα παρατηρᾶς τὰ στρωμμένα μὲ πολύχρωμα ὑφαντὰ  σαμαρια τῶν ζώντανῶν ποὺ θὰ φέρουν τοὺς εὔθυμους ἑορταστὲς στὸ Πανηγύρι. Ἀκούγονται ρυθμικὰ τὰ πέταλα νὰ χτυποὺν τὰ λιθάρια τοῦ καλτεριμιοῦ,  ἐνῶ τὸ πρωϊνὸ καὶ δροσερὸ μελτεμάκι ἀνασηκώνει τρυφερὰ τὶς μεταξωτὲς τὶς μαντῆλες τῶν γυναικῶν καὶ κεῖνες ὅλο καὶ σιάζονται...

Κ’ ὕστερα, μετὰ τὴν πανηγυρικὴ καὶ ἑόρτια Θεία Λειτουργία, σὲ ὤρα σχεδὸν μεσημεριανή ἡ ἐπιστροφή στὸ χωριό καὶ ἡ ἑτοιμασία τῆς γιορταστικῆς τῆς τράπεζας. Μοσχοβολάει τὸ καλὸ τὸ φαΐ, εὐωδιαζουν οἱ δροσερὲς καὶ φρεσκοκομμένες ντομάτες, ἄρωματίζει τὸ στίτι  τὸ κένωμα τοῦ ντόπιου κρασιοῦ στὰ ποτήρια, μὰ πιὸ πολὺ ἡ πιὸ εὐχαριστη ὀσμὴ ποὺ κυκλώνει τὸ κάθε σπίτι ποὺ γιορτάζει εἶναι οἱ καρδιακὲς οἱ εὐχές. Αὐτὰ τὰ ἀθάνατα λόγια, ποὺ στὸν πυρήνα τους κρύβουν πολὺ μεγαλύτερη εὐχαρίστηση ἀπὸ τὸ καλομαγειρεμενο φαι, τὸ γλυκόπιωτο κρασί κι ὅλα τὰ ἄλλα ὑλικὰ ἐδέσματα. Γιατὶ οἱ διαχρονικὰ θεμελιωμένες ἐκεῖνες  φράσεις,  ὅπως τό, «Νὰ σὲ χαιρόμαστε, καὶ τοῦ χρόνου. Πολύχρονος νἄσαι, ὥστε  νὰ ξαναγιορτάσουμε καὶ νὰ ξανασμίξουμε, βοήθειά μας ἡ Παναγία,  νὰ μᾶς ἔχει ὅλους γερούς ...» κι ἄλλα ἀκόμα, ποὺ δὲ συγκινοῦν μονάχα, ἀλλὰ γεμίζουν τὴν ψυχὴ αἰσιοδοξία καὶ ἐλπίδα. Ὅτι δηλαδή καὶ τοῦ χρόνου θὰ ξανασμίξουμε καὶ θὰ γιορτάσουμε. Ναί, μὲ τὴ Χάρη Της θὰ γιορτάσουμε καὶ θὰ χαροῦμε καὶ πάλι  τὸ Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ, γιατὶ ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στὴ συντροφιά Της. Συντροφιὰ Γλυκασμοῦ τῶν Ἀγγέλων, παραμυθητικ]η συντροφιά, Μητρικὴ ἀγκαλιὰ ἀπέραντη... Καὶ τοῦ χρόνου, λοιπόν.

π. κ. ν. κ.  


ΧΟΡΗΓΟΣ

Χορηγός
-->