« Χαῖρε, Νὐμφη, Ἀνύμφευτε...»
« Χαῖρε, Νὐμφη, Ἀνύμφευτε...» ἤ, Ἀνασαίνοντας τὴ σιωπηλὴ συντροφιὰ τῶν Ἁγίων, ποὺ σὲ κανοναρχοῦν.
Μέσα στὴν ποιητικὴ ὥρα τοῦ ἀνοιξιάτικου δειλινοῦ, ποὺ ἀφήνει μὲ ποικίλους χρωματισμοὺς τὴ μέρα νὰ τελειώσει, ἀνοίγει ἡ σιωπηλὴ πύλη τῆς ἐκκλησιᾶς, γιὰ νὰ ἑτοιμαστεῖ ἡ ἔναρξη τῆς Ἀκολουθίας τῶν Χαιρετισμῶν. Μιὰ διακριτικὴ ἔναρξη σὲ καιροὺς βαθειὰ ὀδυνηρούς, σκληροὺς κι ἀνήσυχους.
Ἡ καμπάνα δὲν θὰ ἠχήσει ἀπόψε, ἐνῶ οἱ λιγοστοί, μετρημένοι στὰ δάχτυλα τοῦ ἑνὸς χεριοῦ, πιστοί, ποὺ ἔρχονται νὰ προσκυνήσουν, ἀποχωροῦνε γρήγορα μὲ βουρκωμένο βλέμμα. Τὰ καντήλια ἀχνοφέγγουν μπροστὰ τὶς εἰκόνες, ποὺ θλιμένες ἀκινητοῦν καὶ σὲ κοιτάζουν. Κι ἐσὺ ἀρχίζεις μέσα σὲ τούτη τὴ σιωπὴ νὰ ψελλίζεις σιγά-σιγά καὶ μὲ βαθειὰ συγκίνηση τὸ Μικρὸ Ἀπόδειπνο. Μόνος ἐντελῶς, δίχως ψάλτη, δίχως πλήρωμα. Μονάχη συντροφιὰ τὰ ἄδεια στασίδια, ὅπου, καθὼς τὰ κοιτᾶς, σχηματίζεις τὶς σκιὲς ἐκείνων ποὺ χρόνια καὶ χρόνια κάθονται στὴν ἴδια πάντα θέση.Κι ἀφοῦ ψαλλεῖ, δίχως καλοφωνίες καὶ ἀργόσυρτα μέλη, ὁ Κανόνας, ἀρχίζει μὲ ραγισμένη φωνὴ κι ἡ τρίτη στάση τῶν Χαιρετισμῶν πρὸς τὴν Παναγιά μας.
«Νέαν ἔδειξεν κτίσιν...»
Ὄντως, σὲ νέα κτίση βρισκόμαστε ὅλη ἡ Ἐκκλησία τὸ ἀπόβραδο ἐτοῦτο. Δίχως ἀπαισιοδοξία, δίχως ἐσωτερινοὺς τριγμούς, μονάχα μὲ παραμυθητικὸ τρὀπο συλλαβίζεις μία-μία τὶς λέξεις. Κι ὄταν φτάσεις στὸ ἐφύμνιο, στὸ «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε» ἤ «Ἀλληλούϊα», θαρρεῖς τὰ ἀκίντα τὰ χείλη τῶν Ἁγίων ποὺ σὲ ἀγναντεύουν σιγοψυθιρίζουν κι ἀυτοί, γιατὶ τὴ χρονιάρα ὤρα δὲ θέλουν νὰ σ’ἀφἠσουν μοναχό, ὡσὰν ὀρφανό, μέσα στὴ σιωπηλὴ ἐκκλησιά, ποὺ βυθίζεται, ὅσο στραγγίζει τὸ φῶς τῆς μέρας, μέσα στὸ πρῶτο ἀχνὸ νύχτωμα...
Ἱερὲς πράγματι οἱ στιγμές. Κι ὄχι μονάχα ἱερές, ἀλλὰ μοναδικές, γιατὶ διδάσκουν πολλά. Πολλὰ καὶ χρήσιμα.
π. κ. ν. κ Παρακευή, 20 Μαρίου 2020