Πανίερον ἀνάκλημα θεοφιλῶν Πανηγύρεων (Τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων σήμερα... Ποιὸς συνειδητὸς Κληματιανὸς δὲ θυμᾶται)

τέλη τοῦ 1950, ἔξω ἀπὸ τὸ ναό
Μπορεῖ νὰ εἶσαι μακρυὰ ἀπὸ τὸ γενέθλιο τόπο σου, ἀλλὰ κι ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ ὅπου βαφτίστηκες, μυρώθηκες, ἄνοιξες τὰ μάτια σου νὰ δεῖς τὸν κόσμο. Ὡστόσο σήμερα, μέρα σημαντική, κορυφαία κι ἀκριβὴ γιὰ τοὺς γνήσιους Κληματιανούς, ὅπου γῆς, ἡ ἡμέρα αὐτή, λοιπόν,  ἔχει ἕνα εἰδικὸ βάρος. Βάρος περιούσιο, ραντισμένο μὲ τὰ δάκρυα καὶ τὴ συγκίνηση ἑνὸς κόσμου, ποὺ τὸ εἶναι του ὁλάκερο καὶ ἡ ψυχή του στέκονται σιμὰ σὲ μιὰν ἔρμη ἐκκλησιά, χωνεμένη στἠν πρωϊνὴ φθινοπωρινὴ ὁμίχλη.

Ἐκκλησιὰ ποὺ ὑπομονετικὰ περιμένει πότε θὰ τῆς ἀνοίξουν τὴ θύρα νὰ τὴ λειτουργήσουν, νὰ τὴ φωτίσουν μὲ φῶς κεριῶν καὶ κανδηλιῶν, νὰ τὴν εὐωδιάσουν μὲ εὔοσμο θυμίαμα, νὰ τὴν τιμήσουν. Γιατὶ ἐκεῖ εἶναι ἀναντίρρητα ταμιευμένες ὅλες οἱ χαρὲς κι οἱ καημοὶ ἐκείνου τοῦ χωριοῦ. Κι αὐτὸ κανεὶς λογικός, ἔντιμος καὶ ἀξιοπρεπὴς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀμφισβητήσει. Γιατὶ ὅσοι τὸ ἐπεχείρησαν αὐτὸ κι ἀπόκοψαν τὶς ρίζες τους βρέθηκαν μετέωροι μέσα στὸ μεγάλο καμίνι τῆς παγκοσμιοποίησης, ποὺ δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν διάσωση κανενὸς πολιτισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, ποὺ ἀνοίγει καθημερινὰ τὴ θυρα τοῦ Θεοῦ κι ἐπικοινωνεῖ μαζί Του.

Καὶ μιὰ ζωντανὴ ἔκφανση πολιτισμοῦ ἦταν κι αὐτὸ τὸ πανηγύρι τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, ἀφοῦ χάρισε τόσες καὶ τόσες μνῆμες. Μνῆμες ντυμένες μὲ ἁπλότητα κι ἀρχοντιά, ἀφοῦ ζωντάνευαν πρωτίστως τὸ κοινοτικὸ πνεῦμα καὶ μετὰ τὸ μέγιστο τῆς διαπροσωπικῆς σχέσης γεγονός. Κι εἶναι ἀλήθεια αὐτό,  ἄν σκεφτεῖ κανείς, πὼς σ` αὐτὸ τὸ πανηγύρι μαζεύονταν ὅλη σχεδὸν ἡ Γλώσσα κι ἀντάμωναν οἱ ἄνθρωποι τῶν δυὸ χωριῶν, ἀλλὰ καὶ βίωναν μιὰ ἐπικοινωνία χρήσιμη καὶ ζωντανή.
Κι ὔστερα, πὼς νὰ λησμονήσεις τὶς ἀπολείτουργες συνάξεις στὸ καφενεῖο τοῦ μακαρίτη τοῦ μπάρμπα Χρυσόστομου, ποὺ σχεδὸν συνόρευε μὲ τὴν πλατεία τῆς ἐκκλησιᾶς... Συνάξεις γιορταστικὲς καὶ ἀρυτίδωτες στὸ χρόνο, γιατὶ γίνονταν μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς γιορτῆς, ὅπως τὸ καλὸ φαΐ, τὸ καλὸ τὸ ροῦχο, τὰ χρόνια πολλὰ καὶ ἡ ἀνείπωτη χαρὰ τῆς πανηγύρεως τοῦ χωριοῦ.
Πᾶνε κοντὰ ἑξήντα χρόνια ἀπὸ τότε, ποὺ σιγά-σιγὰ ἄρχισαν ὅλ᾿ αὐτὰ νὰ ἀραιώνουν, μέχρι ποὺ ἦρθε ἡ στιγμὴ νὰ πάψουν νὰ γίνονται. Ὡστόσο ἀπὸ τὸ βαθος τοῦ Χρόνου ἀκούγονται ἀκόμα τὰ βήματα τῶν παλιῶν Κληματιανῶν ποὺ περνοῦν τὸ Ρέμα κι ἀνεβαίνουν πρὸς τὴν ἐκκλησιά, ἐνῶ γύρω τους εὐωδιάζει ἡ καταχνιὰ ποὺ ἀνεβαίνει ἀπὸ τὴ ρεματιὰ μὲ ὁσμὲς ἀπὸ φρέσκο λάδι καὶ κομμένο πορτοκάλι...

π. κ. ν. κ.



τέλη τοῦ 1950, ἔξω ἀπὸ τὸ ναό


   

ΧΟΡΗΓΟΣ

Χορηγός
-->