« Μὲ τὸν λύχνο τοῦ Ἄστρου..» ἤ, Ἐγκώμιο μεθέορτο
«Χαῖρε ἄστρον ἄδυτον»
Στὴν άξιοτιμη κ. Ἀνθουλα Δανιήλ, ἀντίδωρο ἑόρτιο εὐχαριστίας καὶ τιμῆς
Κατεβαίνοντας τὰ πάλευκα σκαλιὰ τοῦ Αὐγούστου φτάνουμε πιὰ καὶ στὴν ἄλλη τὴ Γιορτή. Τὴ Γιορτὴ τῶν ἐννιάμερων τῆς Παναγίας μας, ποὺ στὴν οὐσία σημαίνει καὶ τὸ τέλος τοῦ τρυφεροῦ καὶ στοργικοῦ Δεκαπενταύγουστου. Ἔτσι, στὶς 23 τοῦ μήνα αὐτοῦ θὰ ξαναζήσουμε πάλι τὶς ἱερὲς καὶ εὐκατάνυκτες στιγμὲς τῆς μεγάλης γιορτῆς τῆς Παναγιᾶς μας κι ὕστερα, ἀφοῦ τὴ μακαρίσουμε «αἱ γενεαὶ αἱ πᾶσαι[μακαριζομέν σε τὴν μόνην Θεοτόκον]» θὰ ποῦμε τὸ καθιερωμένο πιά: «Καὶ τοῦ χρόνου».
Ἀλήθεια, ποιός μποεῖ νὰ καταλάβει γιατὶ οἱ πατέρες μας, αὐτὰ τὰ ἀλάθητα δηλαδή, θεμέλια, ἀλλὰ καὶ κριτήρια (μὲ τὴν καλὴ τὴν ἔννοια τῆς λέξεως) θεώρησαν σωστὸ νὰ ὀνομάσουν τὴ Γιορτὴ τῆς ἀποδόσεως τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, δηλαδή, τὶς 23 τοῦ Αυγούστου ὡς «τὰ ἐννιάμερα τῆς Παναγίας»; Γιατὶ τὰ τρίμερα, τὰ ἐνιάμμερα καὶ τὰ σαράντα εἶναι καθιερωμένα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία γιὰ τὴν ἀναπαυση τῶν κεκοιμημένων μας. Ὁπότε, ποιὸς ὁ λόγος νὰ καθιερωθεῖ αὐτὴ ἡ ὀνομασία στὴ Γιορτὴ αὐτή;
Καταφεύγω στὴ ποίηση καὶ μάλιστα στὸν ποιητὴ ποὺ ἔχει ἐμπεδώσει πλήρως τὸν Ἀκαθιστο Ὕμνο καί, φυσικά, ὅλα, ἤ σχεδὸν ὅλα, ὅσα ἡ ἱερὴ τῆς Ἐκκλησίας Ὑμνογραφία προσφέρει, ἔτσι ὥστε νὰ μᾶς διδάξει ὅτι,
Ἠ Παναγιὰ τὰ πέλαγα
κρατοῦσε στὴν ποδιά της
τἠν Σίκινο τὴν Ἀμοργὸ\
καὶ τ᾿ἄλλα τὰ παιδιά της. ( Ὀδ. Ἐλύτης)
Γιὰ νὰ πεῖ πιὸ πρὶν ὁ Σκοπελίτης μοναχὸς καὶ λόγιος, ὁ Καισαριος Δαποντες κα΄τι τὸ παρόμοιο, ὅτι δηλ.
«Αὐτὴ [ἡ Παναγιὰ δηλαδή]κρατεῖ τὴ Σκόπελο καὶ ὅλα τὰ νησία»
Ἔτσι, λοιπόν, ἡ Παναγιὰ, ποὺ θεωρεῖται ἡ Μάνα ὅλων μας καὶ ἐπιστατεῖ ὄχι μοναχα τὰ νησιὰ ἀλλὰ καὶ ὅλη τὴν Ἑλλάδα, γίνεται τὸ οἰκεῖο πρόσωπο ποὺ τιμᾶμε, ὅπως τιμᾶμε τὸν δικό μας ἄνθρωπο, γι᾿ αὐτὸ καὶ Τῆς κάνουμε τὰ ἐννιάμερα, ὅπως κάνουμε τὰ ἐννιάμερα στὸν κάθε δικό μας ἄνθρωπο ποὺ ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὸν κόσμο ἐτοῦτο. Καὶ κάτι ἀκόμα: δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι πολλὲς γυναῖκες τὶς μέρες τοῦ Δεκαπενταύγουστου ντύνονται σὰ μαῦρα-γιὰ τὴν Παναΐτσα-λένε, πενθώντας... Πενθώντας τὸ δικό τους ἄνθρωπο, γιατὶ ξέρουν πὼς Αὐτὴ τοὺς νοιάζεται, τοὺς συντέχει, τοὺς παραμυθεῖ.
Θυμᾶμαι πολὺ καλά, ὅταν μικρὸ παιδὶ σὲ καιρὸ χειμώνα, ποὺ μάνιαζε τὸ πέλαγο ἀπὸ τὴν ταραχὴ καὶ σείονταν τὰ θεμέλια του νησιοῦ, τὴ μάνα μου καὶ τὴ γιαγιὰ μου νὰ λένε: «Παναϊά μ’στὸ πέλαγο....». Δηλ. νὰ σταθεῖ ἀρωγὸς ἡ Χάρη Της γιὰ κάθε ναυτιλόμενο ποὺ ἐκείνη τὴν ὥρα ταξίδευε.
Ἄστρον ἄδυτον, ὄντως, ἡ Παναγιά γιὰ τὸν ὅποιον καταφεύγει στὴν Μητρική Της στοργὴ καὶ ἀγαπη. Ἄστρο ποὺ ἀναβει τὸ λυχναρι τῆς ψυχῆς μας, ὥστε νὰ φωτίζει τὰ ὅποια μας σκοταδια...
Καὶ τοῦ χρόνου μὲ τὴν εὐχή, ὅπως «ὁ ἄνεμος τῆς Παναγίας» μᾶς δροσίζει πάντοτε.
π. κ. ν.κ
