Τὰ μονοπάτια ποὺ καταστρέφονται...
Πρὶν ἀπὸ καιρὸ θέλοντας νὰ πάω ἀπὸ τὴ Γλώσσα στὸ Παλιὸ τὸ Κλῆμα, σκέφτηκα νὰ περπατήσω τὸ παλιὸ τὸ μονοπάτι, τὸ ὁποῖο ξεκινοῦσε ἀπὸ τὴ Πλατάνα, περνοῦσε τὸ Μαχαλᾶ.κατέβαινε στὸ Πουρὶ κι ὕστερα ἀνηφόριζε, μέχρι νὰ συναντήσει τὸ δρομάκι καὶ νὰ φτάσει στὸ Κάτω Χωριό, τὸ Κάτω Κλῆμα.
Δυστυχῶς, ὅμως. Τὸ μονοπάτι αὐτὸ εἶχε καταστραφεῖ στὸ
μεγαλύτερο μερος του, γιατὶ ἔγινε δρόμος ἀγροτικὸς γιὰ αὐτοκίνητα. Καὶ σκέφτηκα ὅτι ναί, χρήσιμος εἶναι ὁ δρόμος, ἀφοῦ στὰ χρόνια μας τὰ ζῶα, τὰ χτεσινά, δηλαδή, μέσα μεταφορᾶς, ἔχουν λιγοστέψει πάρα πολύ.
Ὅμως ἀπὸ τὴν ἄλλη εἶπα τὸ ἑξῆς, ποὺ τὸ μοιράζομαι μαζὶ μὲ τὸν ἀναγνώστη μου, ἀδιαφορώντας ἄν κάποιοι μὲ θεωρήσουν γραφικό ἤ νοσταλγὸ ἐνὸς ἄλλου τρόπου ζωῆς. Εἶπα λοιπόν, γιατὶ πρέπει νὰ καταστρέφονται αὐτὰ τὰ παμπάλαια μονοπάτια, ποὺ καὶ ἱστορία ἔχουν καὶ φανερώνουν πτυχὲς πολιτισμοῦ ποὺ δὲν ἐπαναλαμβάνεται; Κι ὅταν μιλῶ γιὰ πολιτισμὸ ἀναφέρομαι σὲ κεῖνα τὰ καλοφτιαγμένα καλτερίμια ποὺ ὑπῆρχαν σὲ ἀρκετὰ σημεῖα τοῦ δρόμου μέχρι τὸ Κλῆμα. Καλτερίμια ποὺ βάδισαν, μὲ συνθῆκες δύσκολες οἱ παλιοὶ Κληματιανοὶ καὶ οἱ Γλωσσιῶτες....Τὰ βάδισαν ἀμέτρητες φορές, πότε καβάλα στὰ ζωντανά τους, πότε ὁδοιπορώντας, γιὰ νὰ φτασουν μέχρι καὶ τὴ Χώρα τῆς Σκοπέλου.
Πληροφορῶ δὲ τὸν φιλίστορα ἀναγνώστη, πὼς αὐτὸ τὸ μονοπάτι ἦταν παμπάλαιο, γιατὶ δημιουργήθηκε ἀπὸ τότε ποὺ συστήθηκαν οἱ οἰκισμοὶ αὐτοί, τῆς Γλώσσας δηλαδή, τοῦ Μαχαλᾶ καὶ τοῦ Κλήματος. Μὲ τὸ νὰ τὸ καταργήσουμε λοιπόν, καταργοῦμε κι ἕνα σημαντικὸ κομματι τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ καὶ τῆς πολιτιστικῆς μας ταυτότητας. Καὶ τὸ λέω αὐτό, γιατὶ τὸ μονοπατι αὐτὸ εἶχε συνδεθεῖ μὲ παλαιοὺς θρύλλους ποὺ τοὺς ἀκούγαμε μικρὰ παιδιά καὶ ἀναρριγούσαμε ὅταν τύχαινε νὰ πάρουμε τὸ μονοπατι αὐτὸ ἀπὸ τὸ χωριὸ γιὰ τὴ Γλώσσα. Κι αὐτὸ ἐπείδὴ ὅταν φτάναμε στὸ Πουρί, σὲ κείνη τὴ ρεματιὰ μὲ τὸν περίεργο τὸν γκριζόμαυρο τὸ βράχο, ποὺ μοιάζει μὲ τὴ ράχη προϊστορικοῦ θηρίου, τότε θυμόμασταν τὰ στοιχειὰ ποὺ βγάινανε ἐκεῖ, ὅπως π. χ οἱ καλλικάτζαροι, ποὺ πίασανε σύμφωνα μὲ πανάρχαια διήγηση τὸν Βαρσαμᾶ, καὶ τοῦ σβύσανε τὸ φανάρι καὶ τὸν ξενύχτισαν μὲ ἀσταμάτητο χορό. Κι ἦτανε μάλιστα, «Καρδιὰ τ᾿ χ’μουνιοῦ» .
Σήμερα ποὺ οἱ εὐαισθησίες μας περιορίζονται σὲ ξένα πρὸς τὴν άληθινὴ παράδοση καὶ βιοτὴ δρώμενα καὶ καταστάσεις, πολλὰ χάνονται καὶ ξεχνιοῦνται πρὸς δόξαν τῆς «προόδου» καί, κυρίως, τῆς ἀπώθησης τῆς ἱστορικῆς μνήμνης ἀπὸ τὴ ζωή καὶ τὴν ψυχή μας. Γιατὶ θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε πὼς ἡ ἱστορικὴ μνήμη ἀνακαλεῖ μεγαλεῖα καὶ λαμπρὰ τεκμήρια καλλιτεχνίας καὶ λαϊκῆς σοφίας ( βλ. Μονὴ Ταξιαρχῶν, ἐξωκκλήσια, σπίτια παλιὰ, βρύσες, καλτερίμια, και ἄλλα πολλά), τὰ ὀποία, δυστυχῶς, ἐμεῖς οὔτε κἄν ἀντιγράφουμε.
Εὐχή μου: νὰ σταματήσει κάποτε αὐτὴ ἡ ἀπάνθρωπη δήωση καἰ ἱεροσυλία τῆς παράδοσης.
π. κων. ν. καλλιανός



