Οι γυναῖκες τῆς περιοχῆς τῆς Γλώσσας στὰ μέσα τοῦ 19ου αἰώνα
Κάτοικοι της Γλώσσας, στα μέσα του 19ου αι. Παλιά χαλκογραφία.
Ἕνα ἄγνωστο σημείωμα γιὰ τὶς γυναῖκες τῆς περιοχῆς τῆς Γλώσσας στὰ μέσα τοῦ 19ου αἰ
Ἕνας ἀπὸ τοὺς γιατροὺς ποὺ θήτευσαν στὴ Σκόπελο στὸ πρῶτο μιςὸ τοῦ 19ου αἰ-1851 καὶ μετά-ἦταν καὶ ὁ Δημήτριος Ριζόπουλος, γεννημένος τὸ 1829 στὰ Ριζά τῆς Ἠπείρου.
Διορίστηκε ἀπὸ τὸν Βασιλιὰ Ὄθωνα στὴ Σκόπελο καὶ εἶχε στὴν ἑποπτεία του ὅλο τὸ νησί. Προφανῶς καὶ τὴν Ἁλόννησο.
Ὑπῆρξε προσεχτικὸς καὶ καταρτισμένος γιατρός, γιατὶ παρουσίασε κάποιες μελέτες ὑψηλοῦ ἐπιστημονικοῦ ἐνδιαφέροντος γιὰ τὴν ἐποχή τους.
Σπουδαία μελέτη του εἶναι ἐπίσης καὶ τὸ «Σχεδίασμα χωρογραφικὸν καὶ νοσολογικὸν τῆς νήσου Σκοπέλου», δημοσιευμένο στὸ τότε ἰατρικὸ-ἐπιστημονικὸ περιοδικὸ ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ, τὸ 1869 καὶ 1870.
Ἀπὸ τὴ μελετη αὐτὴ εἶναι ἐρανισμένο τὸ παρακάτω ἀπόσπασμα, τὸ ὁποῖο ἀναφέρεται στὴ διαφορὰ ποὺ εἶχαν, ἐκείνη τὴν ἐποχή, οἱ γυναῖκες τῆς Χώρας τῆς Σκοπέλου μὲ ἐκεῖνες τῆς Γλώσσας, ὅσον ἀφορᾶ τὴ σωματική τους ὑγεία. Γράφει λοιπόν, ὁ Ριζόπουλος.
«Εἰς δὲ τὸν τῆς Γλώσσης δῆμον σποράδην κατωκισμένον ὄντα, ἐπὶ ὑψηλοῦ μέρους καὶ πανταχόθεν καλῶς ἀεριζόμενον, οὗτοι οἱ κάτοικοι, καὶ μάλιστα αἱ γυναῖκες, δὲν διάγουσιν ὡς αἱ τοῦ δήμου Σκοπέλου βίον ἔγκεκλεισμένον καὶ καθεστηκότα, ἀλλὰ ἐξέρχονται εἰς ἐξοχικὰς ἐργασίας, καὶ ἡ φθίσις δὲν εἶναι τόσον συχνὴ καὶ τὰ νοσήματα τῆς μήτρας ὀλιγώτερα, καὶ οἱ ὑστερισμοὶ σπανιώτεροι καὶ αἱ δυστοκίαι».
Φυσικὰ αὐτὸ δέν ἀφοροῦσε ὅλες τὶς γυναῖκες τῆς Χώρας καὶ ἰδιαίτερα ἐκεῖνες ποὺ ζοῦσαν στὰ καλύβια, εἴτε στὸν Πύργο, στὰ Ἀνανιά, στὴν Καρυά, στὸ Δίτροπο - ἀναφέρομαι σὲ μικρὲς συγκροτημένες κοινότητες, ποὺ λειτούργησαν μέχρι τὰ μέσα σχεδὸν τοῦ 20 ου αἰ.
Δυστυχῶς, ὁ Ριζόπουλος δὲν εἶναι πιὸ ἀναλυτικὸς γιὰ νὰ μᾶς πεῖ περισσότερα, δηλ. σὲ ποιὲς περιοχὲς τῆς Χώρας συνέβαινε αὐτό, γιατί, καθὼς παρατηροῦμε στὴ χωροταξικὴ κατανομὴ τῶν ἐνοριῶν-μαχαλάδων της, ἐκεῖ ποῦ κατοικοῦσαν οἱ ἀγροτοκτηνοτρόφοι-ἐνορίες ¨Αγ. Σπυρίδωνος, Ἁγ. Παντελεήμονος, Ἁγ. Ἀθανασίου στὸ Κάστρο- ὁπωσδήποτε οἱ γυναῖκες πρέπει νὰ εἶχαν διαφορετικὴ ὑγεία, ἀφοῦ τὸν περισσότερο χρόνο τους τὸν κατανάλωναν στὴν ἐξοχή.
Ὡστόσο, αὐτὸ ποὺ μὲ βεβαιότητα μποροῦμε νὰ ποῦμε εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι ἡ περιοχὴ τῆς Γλώσσας εἶναι ἡ πλέον εὐάερος καί, φυσικά, μὲ τὴ λιγότερη ὑγρασία.
π. κ.ν.κ
